τρόμου

Ο τρόμος είναι ένας σπουδαίος δρόμος να πεις μια ιστορία

Ανήκω στη νέα γενιά συγγραφέων, μια μεγάλη φουρνιά από ανθρώπους 20-40 ετών που στην σύγχρονη Ελλάδα προσπαθούν να εκφραστούν, κάνοντας ταυτόχρονα και ψυχοθεραπεία, μέσω των ιστοριών τρόμου ή θρίλερ ή φρίκης -οι επιλογές που έχεις να ταμπελοποιήσεις το έργο σου είναι πολλές- που γράφουν και εκδίδουν.

Από τη διπλή ιδιότητα που κατέχω, τόσο ως γραφιάς και αρχισυντάκτης του School Of Rock αλλά και ως συνάδελφός τους, νομίζω πως σχεδόν σε όλους έχω κάνει την ερώτηση όταν τους πετυχαίνω από κοντά: «Ο περίγυρός σου σε ρωτάει γιατί δεν γράφεις ‘άλλα θέματα΄ πέρα από τα ‘τρομαχτικά’ που σκαρφίζεσαι;»

Η απάντηση είναι θετική. Όλοι μας, το πρώτο εμπόδιο που αντιμετωπίζουμε είναι να μας αποδεχτούν ως πραγματικούς συγγραφείς και όχι ως κομπογιαννίτες του γραπτού λόγου (πολλοί μουσικοί θα το αναγνωρίζουν αυτό σε σπουδές ηλεκτρικής κιθάρας -γιατί δεν κάνεις μπουζούκι;). Κι όλα αυτά πριν μας διαβάσει κάποιος, καθώς, όντως κάποιοι (σε παγκόσμια κλίμακα) εκμεταλλεύονται διάφορα λογοτεχνικά είδη (κυρίως του τρόμου/φαντασία ή και της αισθηματικής/ερωτικής λογοτεχνίας), για να παρουσιαστούν ως συγγραφείς, βάζοντας στο βιογραφικό τους την πολύ βαριά αυτή ιδιότητα, χωρίς να την αξίζουν. Παντού και πάντοτε θα υπάρχουν όμως «παλτά». Ακόμα δεν ξέρω πού ανήκω εγώ και αφήνω τους άλλους να κρίνουν.

Η απάντηση όμως στο γιατί το κάνουμε και το πιστεύω ακράδαντα αυτό για τους περισσότερους είναι, πως το είδος του τρόμου και της ευρύτερης φαντασίας (fantasy όχι fiction), είναι το πιο ολοκληρωμένο είδος, για να πεις μια ιστορία. Φυσικά με τον σωστό τρόπο, που για τον καθένα από εμάς (συγγραφείς και αναγνώστες), είναι διαφορετικός.

τρόμος
Ο μέσος αναγνώστης ή άνθρωπος που δεν έχει επαφή με το είδος, πιστεύει ίσως πως όλα τα βιβλία είναι σαν την κινηματογραφική μεταφορά του Εξορκιστή. Δαιμονικές φωνές, ανάποδα κεφάλια και εμετοί. Το οποίο φυσικά δεν είναι κακό ή απίθανο, αλλά όχι ο μοναδικός τρόπος να εκφράσεις μια ιστορία τρόμου.
Μιας και μιλήσαμε για τον Εξορκιστή όμως στην προηγούμενη φωτογραφία, δες και τη συναισθηματική πλευρά του πράγματος. Τη σχέση ηλικιωμένης μητέρας με τον πάτερ Κάρρας.

Μια ιστορία τρόμου, δεν είναι πάντα ένας αιματοβαμμένος καμβάς γεμάτο πτώματα, όπως κι ένα ψυχολογικό θρίλερ, δεν λαμβάνει χώρα πάση θυσία σε ένα ψυχιατρείο.

Μια από τις καλύτερες (και ταυτόχρονα διεστραμμένες) ιστορίες αγάπης, έρωτα και πάθους, έχουν γραφτεί στο είδος του τρόμου. Ο Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ, είναι μια ιστορία σταθμός για το συναίσθημα, καθώς η Μίνα Χάρκερ κινεί την νεκρή καρδιά του βαμπίρ-κόμη που στην όψη της βλέπει την αδικοχαμένη του Elisabeta. Αυτό ήταν που κατάλαβε ο Κόπολα και έκανε μια σπουδαία ταινία το 1992 και δεν κατάλαβε κανείς άλλος (τουλάχιστον από τις μετέπειτα ταινίες) και έκαναν, φίλμ-παρωδίες της ιστορίας αυτής.

ταινίες «τρόμου»Ο τρόμος μπορεί να γεννήσει ιστορίες για τις σχέσεις ενός ζευγαριού, μιας μονογονεϊκής οικογένειας· μπορεί να θίξει την μοναξιά, την απώλεια, την κατάθλιψη (με μορφή τέρατος όπως το Babadook). Μπορεί να είναι ερωτικός ή ερωτεύσιμος, αστείος ακόμα και… χαρούμενος (γιατί μπορεί να μην γράφεις/διαβάσεις πάντα από την πλευρά του θύματος).

Μια τέτοια ιστορία μπορεί να εμπεριέχει πλήρη γκάμα ανθρώπινων συναισθημάτων και των κοινωνικών προβλημάτων και προβληματισμών που τα προκαλούν, με το προσωπείο των δαιμόνων, βρικολάκων και άλλου είδους τεράτων.

Μπορεί να είναι ένα παραμύθι για ενήλικες ή όχι και τόσο ενήλικες. Ένιωσα πολύ διαφορετικά όταν διάβασα το It του Stephen King στα 21 μου, σε σχέση με αυτά που ένιωσα, πριν λίγους μήνες. Κι ας ήξερα την ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει με τον κοσμικό τρόμο του Λάβκραφτ.

Αλλά ακόμα και το αρχέγονο αίσθημα επιβίωσης, κόντρα σε όντα δυνατότερα, που δεν θέλουν να σε καταστρέψουν αλλά να σε φάνε· να μπήξουν τα μυτερά τους δόντια στη σάρκα σου και να σε κάνουν κομμάτια για να χορτάσουν ή να διασκεδάσουν, μπορούν να παντρευτούν με ιστορίες δράσης που θα αναδεικνύεται ο ηρωισμός, η προδοσία, ένα επικό τέλος με επιστέγασμα τη συντροφικότητα.

Όσο για την ψυχανάλυση που ανέφερα πιο πάνω, ήταν ένα συμπέρασμα μιας φίλης που έχει διαβάσει όλα τα γραπτά μου (well, αυτά που είναι για διάβασμα) και παρά το background τους, που μπορεί να είναι μια ζόμπι αποκάλυψη, αρχαίοι βρικόλακες, φασιστικές οργανώσεις, το πνεύμα του Άγιου Βασίλη κ.α. το υπόβαθρο ήταν ο φόβος της απώλειας και η μοναξιά. Και κοιτώντας τα μούτρα μου στον καθρέφτη, δεν μπορώ να διαφωνήσω με αυτό.

Αχ, Ελλάδα

Για να επανέλθω στο θέμα της ντόπιας παραγωγής, που είναι μεγάλη και σε πολύ καλό επίπεδο· νιώθουμε λίγο αδικημένοι. Αδικημένοι από τη μικρή απήχηση που χαίρει το έργο μας, τόσο σε δημοσιότητα όσο και σε πωλήσεις. Κάποιοι συνάδελφοι χάνουν εύκολα την πίστη και την υπομονή τους, σπεύδοντας να ρίξουν το ανάθεμα στη χώρα και την (υπό)κουλτούρα της. Αυτό, είναι μερικώς αλήθεια καλώς ή κακώς.

Σε μια πρόσφατη έρευνα που διάβασα για τις πωλήσεις της αμερικανικής λογοτεχνίας (που εξάγει σε μεγάλο βαθμό, εκτός από την εσωτερική κατανάλώση) το 2016, η ερωτική/αισθηματική λογοτεχνία, μαζί με την αστυνομική, μοιράζονταν την κορυφή, με αστρονομικά νούμερα και μετά ακολουθούσε η ιστορική λογοτεχνία ή τα ιστορικά μυθιστορήματα (όχι fantasy). Ο τρόμος, ερχόταν τελευταίος (ή μάλλον τελευταίος) κι εκεί, με τα νούμερα, που σαν ξεροί αριθμοί, είναι φυσικά μεγάλα, λόγω της τεράστιας αγοράς στην οποία εδρεύει. Ωστόσο γράφω και πάλι, τελευταίος.

Έτσι λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως η ταμπέλα ή το ράφι που θα μπει το βιβλίο στο βιβλιοπωλείο και θα αναγράφει πάνω, τρόμος, αποκόβει ένα 70% των αναγνωστών γενικά, σε προηγμένες αγορές και ίσως στην Ελλάδα (με δικούς μου, μπακαλίστικούς υπολογισμούς) που δεν διαβάζουμε πολύ ή έστω, αυτοί που διαβάζουν αρκετά, κατατάσουν τον τρόμο στην παραλογοτεχνία, μπορεί να φτάνει και το 90%.

τρόμος

Ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα;

Στη λογοτεχνία η απάντηση είναι κοντά στο ναι (αλλά όχι απόλυτα, καθώς υπήρχαν βιβλία, διηγήματα αλλά και συγγραφείς και μεταφραστές και γενικότερα μια κοινότητα horror/fantasy στην Ελλάδα από παλιά, απλώς μάλλον αρκετά μικρότερη από σήμερα) κι έχουμε κολλήσει το catchphrase στα καλά βιβλία: «Καλό για ελληνικό», που είναι τρομερά υποτιμητικό. Υπήρχε όμως και η τηλεόραση που καλώς ή κακώς, ο μέσος άνθρωπος αποκτά κάποια ερεθίσματα που μπορούν να τον (συγ)κινήσουν.

Θυμάμαι μια σειρά στην ΕΡΤ (δεν θυμάμαι τίτλο όμως τίτλο, ήμουν πολύ μικρός) που στην κορύφωσή της, η πρωταγωνίστρια πέφτει νεκρή από μια γυναίκα, που τη νόμιζε για νεκρή, σφάζοντάς την με ψαλίδι. Η απεικόνιση της σκηνής (τουλάχιστον για τα παιδικά μου μάτια) δεν ήταν σαχλό-λατινοαμερικάνικου σίριαλ, αλλά gothic αστικού τρόμου, που άφηνε το περιθώρια να πιστέψεις πως εκείνη η γυναίκα ήταν όντως ένα πνεύμα. Ένα στοίχειωμα. Αργότερα, σε ένα άλλο σίριαλ στον Anti1, σε μια σειρά με αστυνομική χροιά, είχε τη δολοφονία ενός πλούσιου γέρου στο σαλόνι του, με ηλεκτρικό ΠΡΙΟΝΙ, ενώ καθόταν στον καναπέ του βλέποντας τηλεόραση.

Θέλετε μια αντίθεση; Τα τελευταία χρόνια, στις επαναλήψεις του Κωνσταντίνου και Ελένης, έχουν μπει *μπιμπ* στις βρισιές. Ακόμα και στο «ηλίθιε/α». Άραγε αυτοί που πήραν την απόφαση αυτή, πόσο διατεθιμένοι είναι να κυλήσει στο ελληνικό κοινό μια horror παραγωγή. Να θυμίσω ότι πριν 10 χρόνια το Mega είχε στα σκαριά μια ελληνική «αντιγραφή» του True Blood που δεν είδαμε ποτέ. Εντάξει, δεν λέω, μάλλον θα έπεφτε πολύ γέλιο αλλά αυτό, δείχνει εν μέρει που βρισκόμαστε στον τρόμο.

Παλαιότερα, σε δημοφιλή κωμικά σίριαλ όπως Οι Τρεις Χάριτες ή Οι Απαράδεκτοι, υπήρχαν επεισόδια, συνήθως κοντά στην εποχή των Αποκριών (για να μοιάζουν στο αμερικάνικο στιλ επεισοδίων, halloween special), που γυρίζονταν με τη μορφή (κωμικοτραγικού) ψυχολογικού θρίλερ.

Στις μεν Χάριτες, το επεισόδιο που κάποιος τους κάνει φάρσα ενώ εκείνες βλέπουν μια ταινία τρόμου και έξω έχει καταιγίδα, εντείνοντας την ατμόσφαιρα, ενώ στους Απαράδεκτους, ο μέγιστος Κοντογιαννίδης παριστάνει τον Ψυχοπαθή που τους έχει πάρει αιχμαλώτους.

Ο τρόμος μπορεί να γεννήσει ακόμα και πολύ ωραία «ψεύτικα τρέιλερ» από την καλύτερη κωμική σειρά, Τα Φιλαράκια.

Τα halloween special που ανέφερα ήταν και τα αγαπημένα μας επεισόδια και στα κινούμενα σχέδια που βλέπαμε, ενώ αγαπημένα μας ήταν το Scooby Doo (αν και σχεδόν πάντα, στο τέλος το «φάντασμα» ή το υπερφυσικό δεν υπήρχε καθώς και οι Ghostbusters).

Άρα πώς μπορούμε να φέρουμε περισσότερο κόσμο κοντά στον τρόμο;

Τα social media έχουν κάνει πολύ δουλειά σε αυτό, όπως και το site Nyctophilia. Κάπως έτσι δείχνουμε πως δεν είμαστε τίποτα τρελαμένοι αντικοινωνικοί που ζούμε στα υπόγεια των γονέων μας, γράφοντας για «τέρατα», αλλά καθημερινοί άνθρωποι που διοχετεύουν τους φόβους τους στο χαρτί, αντί να τους ξορκίζουμε γονυπετείς, κοιτώντας τον ουρανό. Ακόμα μεγαλύτερη δουλειά, καθώς ποιος δεν λατρεύει ένα καλό νταβαντούρι είναι τα events όπως το Φantasticon (που μόλις ανακοινώθηκε αυτό του 2018) αλλά και το Fantasmagoria στη Θεσσαλονίκη, είναι εκεί, είναι τα πρόσωπά μας που περιμένουν να σας συναντήσουμε. Αλλά αυτά είναι η πρώτη στρώση του κρεμμυδιού. Αυτά είναι για το ταπεινό λογοτεχνικό κομμάτι μόνο, που είναι και το πιο δύσκολο καθώς έχεις να επιδείξεις μόνο… λέξεις.

Ο πυρήνας όμως αυτού, θέλοντας και μη θα φτάναμε κι εκεί, είναι τα ίδια τα γραπτά στη ψυχή τους. Να έχουν την ποιότητα λογοτεχνικά αλλά εμπορικά να σταθούν εκεί έξω δίπλα σε ένα βιβλίο του King. Ώστε ένας αναγνώστης, που μια ωραία πρωία αισθάνθηκε πως ήθελε να δοκιμάσει κάτι καινούργιο και εντυπωσιάστηκε που είδε Έλληνες συγγραφείς σε εκείνο το «τρομακτικό» ράφι, να μην απογοητευτεί ακόμα κι αν τίθεται θέμα γούστου.

Ο τρόμος είναι ένας σπουδαίος δρόμος να πεις μια ιστορία. Αρκεί να εμπιστευτείς αυτόν που θα σου την πει, ασχέτως μέσου. Μπορεί να είναι βιβλίο, μπορεί ταινία. Αν δεν έχεις κάνει μια καλή βόλτα ήδη σε αυτόν, ξεκίνα και μην φοβάσαι. Τα χειρότερα τέρατα, είναι μέσα στο κεφάλι μας.

UPDATE – Honest Mistake.

Το Δράκουλα τον έχω διαβάσει 3 φορές, με την τελευταία να είναι το 2015. Και παρόλα αυτά έπεσα στην λούμπα να μην θυμάμαι πως το Love Story που περιέχει η ταινία του Κόπολα, είναι δικής του εμπνεύσεως και όχι του Μπραμ Στόκερ. Δεν ήθελα να «κλέψω» και να τρέξω να το διορθώσω, καθότι λάθη είμαστε, ανθρώπους κάνουμε, ούτε να πήξω στις ενδιάμεσες σημειώσεις ένα ήδη τεράστιο κείμενο.

Να δώσω ιδιαίτερη μνεία στον συγγραφέα Κωνσταντίνο Κέλλη (Η Σκιά Στο Σπίτι – Εκδόσεις Κέδρος 2016, Νεκρή Γραμμή – Εκδόσεις Κλειδάριθμος 2014) που μου τόνισε την γκάφα μου. Έτσι, ξέρουμε πια γιατί οι υπόλοιπες διασκευές στο έργο του Στόκερ δεν είναι και πολύ καλές. lul

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Μεσολογγίτης

Γιώργος Μεσολογγίτης

Το schoolofrock.gr είναι το παιδί μου και μαζί με τα αδέρφια του, τη μουσική, τη συγγραφή, την geek/rock ζωή και το φαγητό, συνθέτουν αυτό το ανθρώπινο (;) ον γεμάτο αγάπη και προδερμ.
Διαβάστε το πρώτο βιβλίο μου «Η Εκδίκηση» του Ιάσονα Λεμονιάτη. Έχει zombies, είναι καλό.